Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΨΗΦΙΔΩΤΌ 

Δεύτερο μέρος
  Μέρος  πρώτο εδώ
 Γεώργιου Καραλή

Για την ορθόδοξο Εκκλησία όμως η Αποστολική διαδοχή δεν είναι μια προσωποπαγής διαδοχή επισκόπων από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα. Γιατί πρώτον οι Απόστολοι δεν ήταν επίσκοποι μιας συγκεκριμένης πόλης επειδή γύριζαν από πόλη σε πόλη για να διδάξουν τον χριστιανισμό. Είναι λοιπόν πρωτίστως η πίστη στον Χριστό και η ζωή εν Χριστώ. Είναι δηλαδή ορθοδοξία και ορθοπραξία. Δεν υπάρχει ορθοδοξία χωρίς την εν Χριστώ ζωή και δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει εν Χριστώ ζωή ανευ ορθοδοξίας. Οι επίσκοποι είναι ορθόδοξοι όχι μόνο επειδή χειροτονήθηκαν από τους Αποστόλους αλλά γιατί έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και την ίδια εν Χριστώ ζωή. Δεν υπάρχει η εξέλιξη στην ορθοδοξία. Δεν εξελίσσεται το δόγμα. Μπορεί να διατυπώνεται σε διάφορες γλώσσες, μπορεί να χρησιμοποιείται μια διαφορετική ορολογία διατύπωσης για να προφυλλαχθούμε από τις αιρέσεις αλλά δεν εξελίσσεται. Και αυτό γιατί η Θεολογία δεν είναι μια ανθρώπινη αυτόνομη, διανοητική γνώση, αλλά μετοχή στην θεία Ζωή, δηλαδή γνώση που αντλείται από την Πηγή της Ζωής. Αν ήταν η θεολογία διανοητική γνώση θα έπρεπε να μας δινόταν με ακαδημαϊκά κριτήρια και τίτλους. Βέβαια ο μοντέρνος άνθρωπος σήμερα βλέπει ότι η θεολογία διδάσκεται στα πανεπιστήμια απ όπου εξέρχονται πτυχιούχοι, οι οποίοι φέρουν τον ακαδημαϊκό τίτλο του θεολόγου. Αλλά η πραγματική θεολογία δεν είναι αυτή. Κανένας δεν ζήτησε από τους αποστόλους ακαδημαϊκά κριτήρια. Κανείς δεν ζήτησε από του αγίους της εκκλησίας μας να έχουν μαθητέψει στα καλύτερα πανεπιστήμια.
Είναι αλήθεια ότι η ιατρική ζητάει με ακαδημαϊκά κριτήρια ορισμένες εμπειρικές γνώσεις για να μπορεί ένας γιατρός να εφαρμόσει μια θεραπεία. Η φυσική απαιτεί να γνωρίζει κάποιος τους νόμους που διέπουν τη φύση, οι οποίοι στηρίζονται σε εμπειρικά δεδομένα, δηλαδή πειράματα και παρατηρήσεις. Πρέπει σε κάθε πανεπιστήμιο και σε κάθε σχολή που κάποιος φοιτά να αποδείξει με ακαδημαϊκα πειστήρια, αποδεκτά από την κοινωνία ότι είναι κάτοχος του θέματός του και μπορεί να δουλέψει πάνω σ αυτό χωρίς να προκαλέσει συγχύσεις και λάθη. Τι όμως παρόμοιο θα μπορουσε να απαιτήσει η ακαδημαϊκή θεολογία; Το αντίστοιχο θα ήταν να μπορούσε κάποιος να γνώριζε βιωματικά το Θεό. Αυτή όμως η γνώση δεν εμπίπτει εντός των ακαδημαϊκών επιστημονικών πειστηρίων. Δεν μπορεί να επαληθευτεί, ούτε να διαψευσθεί εμπειρικά. Επομένως η έννοια της ακαδημαϊκής θεολογίας ως επιστήμης είναι μετέωρη.

Η Θεολογία δεν μπορεί ποτέ να είναι κτιστή γνώση βασισμένη σε ακαδημαϊκά επιστημονικά πειστήρια. Όλοι οι φέροντας ακαδημαϊκούς τίτλους ας σκεφτούν αυτό το απλό που είπε ο Ευάγριος ο Ποντικός και το επανέλαβαν πλήθος άλλων πατέρων της εκκλησίας: Θέλεις να γίνεις θεολόγος; προσευχήσου ειλικρινά και όσο ειλικρινότερα προσεύχεσαι τόσο περισσότερο θεολόγος γίνεσαι. Γιατί η προσευχή σε φέρνει σε ένωση με τον Θεό, σε οδηγεί δηλαδή στη θέα του Θεού, στην πραγματική θεολογία, που δεν είναι το να ξέρεις να γράφεις το σύμβολο της πίστεως ή να ξέρεις όλη την ιστορία των οικουμενικών συνόδων, αλλά το να μπορείς να γνωρίζεις δια μετοχής τον Θεό σου, να γίνεσαι δηλαδή καθαρμένος, φωτισμένος και τελικά θεωμένος.

Είναι αλήθεια ότι την ένωση του Θεολόγου με τον Θεό θα μπορούσε κάποιος να αποπειραθεί ίσως να αναλύσει, να μελετήσει, αλλά δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να περιγράψει με επιστημονική ακρίβεια. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Αβραάμ, ο οποίος είδε τον Θεό. Μπορεί κάποιος να αποπειραθεί να αναλύσει όσο μπορεί καλύτερα το πώς αυτό συνέβη χάριν οικοδομής άλλων. Η περιγραφή αυτή σε τίποτε δεν θα ωφελούσε κάθε άνθρωπο, ο οποίος δεν έχει φτάσει σ᾽ αυτήν την μετοχή. Το σημαντικό εδώ δεν είναι το να μπορεί να διαβάσει κάποιος στη Βίβλο ότι ο Αβραάμ είδε τον Θεό. Αλλά θα πρέπει κι᾽ο ίδιος να ενταχθεί στην ίδια μετοχή. Δηλαδή με τον ασκητικό του αγώνα να φτάσει, δια της χάριτος, την καθάρση τον φωτισμό ώστε να μπορεί να προδοκεί την θέωση. Και όταν αξιωθεί να δεί τον Θεό, θα μετάσχει σ᾽Αυτόν ολοκληρωτικά, θα του ανοιχτεί διάπλατα και θα απολαύσει αυτό που ο Αβραάμ και οι άλλοι δοξασμένοι πατέρες απόλαυσαν. Τότε βέβαια θα υπερβεί τα λόγια της Βίβλου που περιγράφουν την μετοχή του Αβραάμ στον Θεό, αφού το ίδιο το Αγιο Πνεύμα θα έχει μιλήσει και γράψει μέσα στην καρδιά του αυτή την άρρητη πραγματικότητα, καθώς συνέβει και σε όλους εκείνους που έφτασαν σε τέτοιο σημείο. [1]

Ο κάθε θεωμένος μετέχει σ᾽ όλη την αλήθεια, η οποία δεν δέχεται αυξομειώσεις, ανάλογα με την εποχή που έζησε ο καθένας. Με άλλα λόγια ο Απόστολος Παύλος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ο Γρηγόριος Παλαμάς και πλήθος άλλων θεοφόρων αγίων, κάθε εποχής, γνώρισαν άπασα την αλήθεια από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δεν είναι δυνατόν να λέει σε κάθε εποχή και σε κάθε άγιον διαφορετικά πράγματα. Γιατί η αλήθεια δεν εξαρτάται από την διανοητική κατάσταση μιας εποχής, ή ενός προσώπου, αλλά από το βάθος της θεώσεως του κάθε ανθρώπου. Και όταν ο άνθρωπος θεώνεται, σε όποια ιστορική συγκυρία και να έζησε, φτάνει στην αλήθεια που είναι η θέα του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Όποιος βλέπει τον Χριστόν βλέπει τον Πατέρα. Ένας ο Χριστός μία η αλήθεια, η άπασα αλήθεια.

Επομένως όταν στον ανατολικό χριστιανισμό μιλάμε για Θεολογία δεν εννοούμε την ακαδημαϊκή, αλλά την μετοχή όλων αυτών των Θεωμένων που έφτασαν στο σημείο να μετάσχουν στον Θεό βιωματικά, να Τον δουν και να κοινωνήσουν μαζί Του. Προκειται για την θεοπτική μετοχή των Πατριαρχών Προφητών, Αποστόλων, Διδασκάλων, Ομολογητών και Αγίων πριν και μετά την ενσάρκωση του Λόγου του Θεού. Χωρίς αυτή την θεοπτία δεν μπορούμε να μιλάμε για θεολογία, για αλήθεια, για Αποστολική διαδοχή, ούτε για Εκκλησία. Η Εκκλησία όταν χωρίζεται από αυτή την κοινωνία των θεωμένων γίνεται ανθρώπινο οικοδόμημα, που δεν έχει καμμιά σχέση με την σωτηρία. Η θεολογία όταν απομακρύνεται από την ασφάλεια των πατέρων (δηλαδή την αλάθητη πληρότητα που περιέχεται στην πάσα αλήθεια) μετρέπεται σε φιλοσοφία που εξυπηρετεί μόνο τα ανθρωπινα πάθη, όσων φαντάζονται τον Θεό όπως αυτοί νομίζουν. Γίνεται δηλαδή εγκεφαλική και διανοητικό κατασκεύασμα, δηλαδή προϊόν ανθρωπίνου θελήματος. Γι´αυτό έχει δίκιο η ορθόδοξη Ανατολική Παράδοση να παραμένει πιστή σε όσα είπαν και δογμάτισαν οι Πατέρες της εκκλησίας. Χωρίς την ασφάλεια των πατέρων δεν υπάρχει ορθόδοξη παράδοση.

Κατά συμέπεια οι επίσκοποι που διάλεγαν οι Απόστολοι και ο λαός ήταν άνθρωποι που είχαν το πραγματικό πνεύμα της Θεολογίας και βρισκόντουσαν ή στην κάθαρση ή στον φωτισμό ή στην Θέωση. Ήταν οι γιατροί που είχαν θεραπευθεί και βοηθούσαν και τους άλλους. Όταν χειροτονούνταν ένας επίσκος και δεν έιχε την αληθινή θεολογία ή την εν Χριστώ ζωή τον καθαιρούσαν όπως έγινε με τον Νεστόριο ο οποίος ήταν Πατριάρχης της Κωσταντινούπολης. Μόλις εξέφρασε δόγμα αντίθετο με την ορθόδοξη παράδοση κανένας δεν είπε. Προέρχεται από τον Απόστολο Αντρέα άρα είναι διάδοχός του επομένως δεν μπορεί να καθαιρεθεί. Όλοι ανεφώνησαν δεν είναι ορθόδοξος επίσκοπος επειδή δεν εκφράζει την ορθοδοξία και την ορθοπραξία.

Γι᾽αυτό ακριβώς τον λόγο κάθε τοπική εκκλησία που εκφράζει την ορθόδοξο πίστη είναι και καθολική εκκλησία. Γιατί εκεί είναι παρών ο Χριστός ο οποίος είναι η καθολικότητα της Εκκλησίας. Η Καθολική λοιπόν εκκλησία δεν είναι η προσωπική συνομοσπονδία τοπικών εκκλησιών με κεφαλή τον Πέτρο, αλλά η καθολική πίστη, που έχει κεφαλή τον Χριστό. Η ίδια πίστη που είχαν οι προφήτες, οι Απόστολοι, όλοι οι άγιοι που πέρασαν, αυτοί που ζουν σήμερα και αυτοί που θα ζήσουν στο μέλλον. Γι᾽αυτό και ο Παλαμάς χρησιμοποίησε και την μεταμόρφωση για να εξηγήσει το μυστήριον αυτό της Εκκλησίας. Οι Απόστολοι βέπουν την Άκτιστον δόξα, είναι πεσμένοι στο έδαφος και συμβολίζουν την στρατευμένη εκκλησία που βλέπει την δόξα του Κυρίου, ο Ηλίας και ο Μωυσής είναι όλοι οι άγιοι που πέρασαν και που είδαν την ίδια Άκτιστον δόξα και ο Κύριος είναι το παρελθόν το παρόν και το εσχατολογικό τέλος. Ένας ο Κύριος, Μία Άκτιστος δόξα. Η θέα Αυτού του αναστάντος Κυρίου συνιστά την καθολική εκκλησία. Βέβαια η θέα είναι ή εν κατόπρω εν αινίγματι, μέσω των προσευχών αν βρισκόμαστε στην κάθαρση ή στον φωτισμό ή απευθείας αν βρισκόμαστε στο στάδιο της θεώσεως

Όλοι οι επίσκοποι είναι ίσοι μεταξύ τους και έχουν τον ίδιο βαθμό ιεροσύνης. Ο Πατριάρχης είναι επίσκοπος καθώς και ο αρχιεπίσκοπος καθώς και ο επίσκοπος μιας μικρής πόλης. Αν η Εκκλησία οργανώθηκε σε επισκοπές, αρχιεπισκοπές ή Πατριαρχεία, αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώτος, είτε Αρχιεπίσκοπος είναι, είτε Μητροπολίτης, είτε Πατριάρχης, έχει μεγαλύτερη ιεροσύνη από τους άλλους. Όλοι συμμετέχουν στην σύνοδο και έχουν μία ψήφο και δεν διοικεί ο πρώτος. Ο Πρώτος δεν μπορεί ούτε καν να επέμβει στις υποθέσεις που αφορουν επισκοπή τινά εκτός και αν ζητηθεί ή από τον ίδιο τον επίσκοπο ή από άλλους οι οποίοι έχουν υποστεί αδικία εκ του επισκόπου. Από την άλλη πλευρά αν σε μια μικρή επαρχία γίνει σύνοδος και εκφραστεί μια αλήθεια, έστω και με λίγους επισκόπους ή έναν επίσκοπο με τον κλήρο τον λαό και τους μοναχούς, αυτή η αλήθεια μπορεί να ανγνωριστεί από άπαντες τους αγίους και από μια μετέπειτα σύνοδο πολλών επισκόπων, σαν καθολική αλήθεια που θα αντιπροσωπεύει την πίστη όλων των χριστιανών. Ένα τέτοιο παράδειγμα μας δείχνει η δευτέρα οικουμενική σύνοδος η οποία ήταν μια τοπική σύνοδος της Κωσταντινούπολης. Αναγνωρίστηκε σαν οικουμενική από την τετάρτη. Με την ίδια λογική και μια σύνοδος που συμμετέχουν όλοι οι ορθόδοξοι επίσκοποι και που φιλοδοξεί να αντιπροσωπεύσει μια οικουμενική αλήθεια, μπορεί να μην αναγνωριστεί σαν οικουμενική μα σαν ληστρική ή ψευτοσύνοδο γιατί δεν κυρήττει την ορθόδοξη πίστη, την καθολική πίστη των Πατέρων, Προφητών διδασκάλων και Αποστόλων. Παραδείγματα ληστρικών συνόδων ή ψευτοσυνόδων υπάρχουν πολλά. Υπενθυμίζω μόνο την σύνοδο της Φερράρας Φλωρεντίας.

Όπως βλέπουμε η έννοια της Καθολικότητος και της εκκλησιολογίας εν γένει είναι διαφορετική και ασυμβίβαστη μεταξύ της ορθοδόξου και καθολικής θεολογίας. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τις θεολογικές διαφορές όπως αυτές εκφράστηκαν στον 14 αιώνα με τις ησυχαστικές έριδες, τουτέστιν την διάκρισιν μεταξύ ουσίας και Ακτίστων ενεργειών του Θεού, της κοινωνίας μεταξύ κτιστού και ακτίστου, της εκπορεύσεως ή αποστολής του Αγίου Πνεύματος και των λοιπών, καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η ορθόδοξος και καθολική θεολογία μιλάνε για δύο διαφορετικούς Θεούς. Δεν θα μπορέσει να υπάρξει ποτέ σύγκλιση αυτών των απόψεων. Αυτό είναι που τρόμαξε τους καθολικούς από την εποχή του 14 αιώνος. Όταν ιδρύθηκε ο οικουμενισμός, έγινε προσπάθεια να ξεπερασθούν αυτές οι διαφορές. Τίνι τρόπο; Με το να μη μιλάμε γι᾽αυτές. Καλύτερα να υπάρξει μια προσέγγιση προσωπική μεταξύ του Πατριάρχου και του πάπα της Ρώμης, μια φιλική προσέγγιση των θεολόγων. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν οι δύο εκκλησίες να ξεπεράσουν τις διαφορές. Ονόμασαν αυτήν την προσέγγιση διάλογο της αγάπης. Καλύτερα να μιλήσουμε για αγάπη παρά για θεολογία. Η αγάπη χωρίστηκε από την αλήθεια και μετατράπηκε σε μια προσωπική σχέση ετεροτήτων που το καθένα είχε τον δικό του τρόπο προσέγγισης της αλήθειας. Κατά συνέπεια μας είπαν ότι η αγάπη ενώνει ενώ η θεολογία χωρίζει. Μέσα σ᾽αυτόν τον διάλογο της αγάπης έπεσε και τον πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης από τον Αθηναγόρα και μετά. Είναι χαρακτηριστικό το ρηθέν του Αθηναγόρα που το επαναλμβάνουν οι καθολικοί σαν να επρόκειτο σαν ένα ρηθέν μεγάλου γέροντος: “οι θεολόγοι διαιρεσαν την εκκλησία και δεν είναι ικανοί να βρουν τον δρόμο της ενότητος. Αλλα αν εμείς τον βρούμε θα τους αναγκάσουμε να συγκλίνουν. Θα τους κλείσουμε σ᾽ένα απομονωμένο νησί με λίγα τρόφιμα και θα τους πούμε. Έχετε μόνο τρόφιμα για μια εβδομάδα. Κάντε την ένωση διαφορετικά θα πεθάνετε από την πείνα. Θ᾽αναγκασθούν να υπογράψουν”

Μέσα σ᾽αυτό το σκηνικό ασάφειας, αναπάντεχα για τους καθολικούς εμφανίστηκε στο προσκήνιο, ένας ορθόδοξος “θεολόγος” για να τους δώσει μία μεγάλη χείρα βοηθείας. Ο Ιωάννης Περγάμου κκ Ζηζιούλας. Άρχισε σιγά σιγά να εκφράζει τις απόψεις τους, αντιγράφοντας στην εκκλησιολογία τον κ De Lubac . Και σαν να μην έφτανε αυτό μετέφερε αυτήν την εκκλησιολογία και στο θεολογικό επίπεδο και ιδιαίτερα στις ενδοτριαδικές σχέσεις μεταξύ Πατρός Υιού και Πνεύματος, παίρνοντας από τον Αυγουστίνο και καταργώντας τους Πατέρες, τις προηγούμενες οικουμενικές συνόδους. Δύο Πατέρες του δημιούργησαν ένα μεγάλο πρόβλημα και προσπάθησε να απαλλαγεί εντελώς. Ο Μάξιμος ο ομολογητής στην χριστολογία του και ο Γρηγόριος Παλαμάς στην εκκλησιολογία του. Φυσικό λοιπόν για τους καθολικούς να αναδειχθεί σαν τον μεγαλύτερο ορθόδοξο θεολόγο όλων των εποχών και τα βιβλία του να κυκλοφορήσουν στην δύση πολύ περισσότερο από κάθε άλλο θεολόγο.

Αλλά ας δούμε την θεολογία και εκκλησιολογία του πρωτείου του Περγάμου: Φαντάζεται ότι κάθε λογική φύση φύση διεπεται από αναγκαιότητα και στερείται ελευθερίας. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό η φύση θεωρείται ότι αναγκάζει τον καθένα να είναι έτσι όπως αυτή θέλει, επειδή κινείται υπό την επίρροια ορισμένων δυνάμεων ή φυσικών νόμων που την υποχρεώνουν να συμπεριφέρεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.

Για να ξεπεράσει την μηχανιστική αυτή αποψη, ο Περγάμου εισηγήθηκε μια καινούργια ιδέα, μια οντολογία που αναφέρεται στο πρόσωπο και στην ετερότητα, θεωρούμενα σαν αποκλειστικές πηγές ελεθευρίας, εντελώς ανεξάρτητες από την κοινή φύση. Με αυτό το σκεπτικό η φύση στερείται ελευθερίας κινείται εντελώς μηχανικά και αναγκαστικά και η ελευθερία ανήκει στο πρόσωπο, (“το μόνο αληθινό που υπάρχει και το οποίο μπορεί να ξεπεράσει την αναγκαιότητα της φύσεως) που και αυτό βέβαια υπόκειται στον εξαναγκασμό από την μηχανική κίνηση της φύσεως. Είναι σαν νομίζει ένας ποδηλάτης ότι η ισοροπία την οποία επιτυγχάνει κινούμενος πάνω στο ποδήλατό του είναι αποκλειστικό επίτευγμα των ποδιών του και δεν έχει τίποτα να κάνει με την μηχανική δομή του ποδηλάτου του. Αλλά στην πραγματικότητα το ποδήλατο είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει στον κάθε ποδηλάτη να επιτύχει ισοροπία κατά το τρέξιμο. Μια μικρή βλάβη στον μηχανισμό του ποδηλάτου καθιστά την ισοροπία αδύνατη. Αυτό σημαίνει σε τελευταία ανάλυση ότι έγκειται στην φύση του ποδηλάτου το να διατηρεί την ισοροπία του ποδηλάτη.

Σύμφωνα με αυτή την πτωτική νοοτροπία σκέψεως το πρόσωπο φαίνεται σαν να έχει μεγάλο πρόβλημα με την δήθεν μηχανική κίνηση της φύσεως και επειδή όσοι αντιλαμβάνονται έτσι τα πράγματα νομίζουν ότι τα πρόσωπα δεν κινούνται μηχανικά, αλλά διαθέτει το καθένα τους δική του ελευθερία. Έτσι το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί από τέτοιους στοχαστές σήμερα είναι πως θα απαλλαγεί ο άνθρωπος από την δήθεν εσωτερική μηχανική ανάγκαιότητα της φύσεώς του. Αλλά προτού απαντήσουν σ᾽αυτό το πρόβλημα, το μεταβιβάζουν στον ίδιο τον Θεό, Τον Οποίον φαντάζονται κάτω από την επίρροια δήθεν εξαναγκασμένης φύσεως Του. Αυτή η υποταγμένη στην αναγκαιότητα φύση Του τον εξαναγκάζει να είναι και θεός και αγαθός. Δηλαδή το πραγματικό ερώτημα που θέτουν αυτοί οι άνθρωποι είναι: πώς θα μπορούσε να απαλλάγεί ο Θεός από την φυσική του αγαθότητα; Αν κατάφερνε να απαλλάγεί Αυτός θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε και μεις!
συνεχιζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: